Τρίτη, 15 Αυγούστου 2017

Το μάζεμα των χαρουπιών στο χωριό Απίδια δήμου Σητείας - Του Γεωργίου Αυγουστινάκη


Από το χωριό Απίδι Σητείας Κρήτης ( ΤΟ ΜΑΖΕΜΑ ΤΩΝ ΧΑΡΟΥΠΙΩΝ)

Κάθε Καλοκαίρι προς τα τέλη Αυγούστου αρχές Σεπτεμβρίου άρχιζε το μάζεμα των χαρουπιών στο χωριό μου. Περιοχές με χαρουπιές ήταν στο Πλατάνι, κυρίως στο Γούδουρα και στα γύρω μέρη.
Έτσι, πριν αρχίσουν τα μαθήματα, μας έπαιρνε ο παππούς Γιακουμάκης, εμένα και τον αδελφό μου Παύλο(είμαστε τα πιο μεγάλα παιδιά στην οικογένεια)και μαζί με τη δεύτερη γυναίκα του, τη γιαγιά Μαρούλη το γένος Παξιμαδάκη από τον Καλό Λάκκο,και ακολουθώντας το δρομάκι που περνά από τον Παλαίφουρνο, τις Καβαλαρές, τη Βιτσιλιά κ.ά. οδεύαμε προς το Γούδουρα, όπου θα μέναμε λίγες μέρες για τη συγκομιδή των χαρουπιών.
Στο γαϊδουράκι ήταν φορτωμένα όλα τα χρειώδη, σκεύη και τρόφιμα. Καβαλικεύαμε εναλλάξ αλλά περισσότερο η γιαγιά. Από τη Βιτσιλιά θαύμαζα την υπέροχη θέα, την απεραντοσύνη του γαλάζιου ή σκούρου μπλε, ανάλογα, της θάλασσας.
Στο Γούδουρα τότε υπήρχαν ελάχιστα μικρά αγροτόσπιτα. Κοντά στη θάλασσα ήταν κάτι μεγάλα κτήρια. Χιόνες τα έλεγαν.΄Ηταν οι αποθήκες όπου οι χωριανοί παρέδιδαν τα χαρούπια ,αφού πρώτα τα ζύγιζε ,συνήθως απ’ ότι θυμάμαι ,ο πατέρας μου .Αργότερα έμποροι χαρουπιών έρχονταν ,κυρίως από την Ιεράπετρα ,με καϊκια και εργάτες.Σάκκιαζαν τα χαρούπια ,έβαζαν ένα μεγάλο μαδέρι(χονδρή σανίδα) λοξά ,ακουμπούσε από τη μια μεριά στην αμμουδιά κι από την άλλη στο καϊκι.Ξυπόλητοι,φορτωμένοι με σακκιά,γέμιζαν το πλεούμενο,που σάλπαρε για να έρθει ξανά και ξανά.Ήταν μεγάλη η παραγωγή του χωριού σε χαρούπια.



Εκείνη την εποχή,μιλάμε για πριν το 1954,ορόσημο για μένα γιατί,τότε, μπήκα στο Γυμνάσιο,στο Γούδουρα οι χωριανοί μας έσπερναν κυρίως κριθάρι αλλά και σιτάρι και ταγή.Όπως μας έλεγε ο πατέρας και ο παππούς, την εποχή της σποράς(Οκτώβριο-Νοέμβριο μήνα), όσοι δεν διέθεταν αγροτόσπιτο και ήταν πολλοί, διέμεναν μέσα στις σπηλιές που βρίσκονται στη βόρεια πλευρά του κάμπου, στην πλαγιά, γνωστές ως Μεγάλα Σπήλια. Εκεί μέσα οι ζευγάδες από διάφορες οικογένειες έμεναν, μαγείρευαν και κοιμόντουσαν σε πεζούλες(επίπεδα υπερυψωμένα πέτρινα τμήματα της σπηλιάς)και λίγο πιο πέρα έτρωγαν το άχυρο και αναχάρασσαν(ξαναμασούσαν)ξαπλωμένα τα βόδια τους, ξαποστάζοντας από τον κάματο της ημέρας. Υπήρχαν και στην περιοχή Κερατίδι δυο μικρότερες σπηλιές. Στη μια στάβλιζαν τα ζώα τους και την άλλη, τη μικρότερη, χρησιμοποιούσαν για προσωρινή κατοικία τους, όσο διαρκούσαν οι γεωργικές εργασίες.
Εμείς κατά το χαρουπομάζεμα καταλύαμε σε…..ξενοδοχείο 5 αστέρων!!!Στη θέση Φτενά του Γουδουριανού κάμπου, λίγο πιο κάτω από το σημερινό ελαιοτριβείο, όπου αρχίζει ο κάμπος, ήταν ένα χωράφι του παππού με χαρουπιές. Ο παππούς και η γιαγιά ήξεραν από τα προηγούμενα χρόνια την πιο κατάλληλη για υπαίθριο ξενοδοχείο. Ήταν μια μεγάλη χαρουπιά, που έσκυβε στο Νοτιά, όπως όλες οι χαρουπιές στο Γούδουρα, εξ αιτίας του δυνατού Βοριά. Στο βορεινό της μέρος, κοντά στον κορμό, είχαν φυτρώσει πυκνές αγριοχαρουπιές ,που μας προφύλαγαν από τον άνεμο, που, τυχόν, θα ξεσπούσε. Πάνω στα κλαδιά της κρεμούσαμε τις τσάντες, τα σακούλια με το ψωμί και τ’ άλλα τρόφιμα. Δυο πέτρες επίπεδες η μια δίπλα στην άλλη, σε μέρος καλά καθαρισμένο από ξερά χόρτα και φρύγανα, ήταν η παραστιά και πάνω το πήλινο, μαυρισμένο απ΄έξω τσικάλι, όπου η γιαγιά μαγείρευε.



Νερό φέρναμε από πηγάδια. Υπήρχαν τότε δυο πηγάδια στο Γούδουρα. Ένα κοντά στις Χιόνες, λίγο πριν τις εκβολές του χειμάρρου, σε μικρή απόσταση από τη θάλασσα, γι αυτό και το νερό ήταν όχι και τόσο καλής ποιότητας. Χλαπουτσαρά το λέγανε αυτό το πηγάδι. Το άλλο ήταν ψηλά, στις πλαγιές, στη θέση Κερατίδι, με καλύτερης ποιότητας νερό. Από αυτά έπρεπε να πιουν άνθρωποι και ζώα και να ικανοποιήσουν όλες τις ανάγκες τους σε νερό. Και στα δυο πηγάδια, κατά τη διάρκεια της ημέρας, έκαναν σύννεφο σμήνη από μέλισσες, σφήκες και σβούρους. Έτρεμες μη σού επιτεθούν και σε κεντρώσουν. Γι αυτό και οι κινήσεις μας ήταν ήπιες, αργές, αρμονικές για να μην τις φοβίσουμε. Υπήρχε ακόμη ένα πολύ ρηχό πηγάδι στη θέση Στόμιο, κοντά στους πρόποδες του βουνού Κιμπάρα και στην Καλή Αλυκή. Το νερό του δεν ήταν πόσιμο για καθημερινή χρήση. Το χρησιμοποιούσαν όμως σαν καθαρτικό, όσοι ήθελαν να καθαρίσουν το εντερικό τους σύστημα. Ήταν υφάλμυρο, γλυφό, γι αυτό και το πηγάδι το λέγαμε Βλυχάδα.

Από το πρωί ως το βράδυ μαζεύαμε χαρούπια με μικρή διακοπή το μεσημέρι για φαγητό. Το βράδυ, πριν σκοτεινιάσει, είχαμε φάει το βραδινό. Σε λίγο το σκοτάδι ήταν πυκνό. Διέκρινες μόνο, εδώ κι εκεί σποραδικά, σαν πυγολαμπίδες, το αμυδρό φως από τα φαναράκια των συγχωριανών μας ,που διέμεναν κι αυτοί σε ξενοδοχεία των αστέρων. Ο ουρανός κατάμαυρος. Χιλιάδες ,αμέτρητα, ασημένια καρφάκια στον ουράνιο θόλο τα αστέρια. Ο παππούς, καλός αστρολόγος, έβρισκε την ευκαιρία να μας διδάξει, δείχνοντας, πού είναι η Μεγάλη και Μικρή Άρκτος και στην ουρά ο Πολικός Αστέρας.
Αυτό που δε θα ξεχάσω ποτέ είναι η προσευχή-γητειά που μας έμαθε ο παππούς και η γιαγιά, για να μη μας πειράξουν τα διάφορα ερπετά και τα άλλα ζωύφια, που κυκλοφορούσαν ανάμεσα στα χαμόκλαδα και στις αγριοχαρουπίδες και που o κάθε θόρυβος από τις κινήσεις τους, πάνω στα ξερά φρύγανα, μας τρόμαζε. 



Παρακάτω γράφω αυτή την προσευχή-γητειά, όμως πολλές από τις λέξεις δεν τις καταλάβαινα, ούτε και σήμερα καταλαβαίνω τι σημαίνουν. Όμως ο ήχος, ο ρυθμός και η ρίμα τους μού ΄μειναν αξέχαστα:
• Άι Γιώργη από τσ’ Ασούς και κυρά απού τσοι Πρασούς,
• δένε και χαλίνωνε τον όφι και τη λόχεντρα ( οχιά)
• το σκορπιό και τη σκουλόπετρα ( σαρανταποδαρούσα) 
• και το μαυραρογαλίδι ( μαύρη αράχνη) 
• και το κολοβελονίδι (μάλλον το λιακόνι).
• Μη σαλέψει, μη σαβάξει από κάτω στο πλακάκι,
• ώσπου να βγει ο ήλιος τρία κονταρόξυλα,
• να πιάσει η γρα τ’ αρδάχτι τζη
• κι ο γέρος το ραβδί ντου. 

΄Ετσι ,λίγο πριν κοιμηθούμε, κάναμε το σταυρό μας ,λέγαμε τα παραπάνω λόγια και απόλυτα ήσυχοι ότι ο Αι Γιώργης θα μας προστάτευε από κάθε κακό, μπαίναμε στο «Sleeping bag» (ένα μεγάλο τσουβάλι)ο αδελφός μου κι εγώ, καθένας στο δικό του. Ακουμπούσαμε το κεφάλι στο προσκέφαλο(μια επίπεδη πέτρα με διπλωμένο τσουβάλι και πάνω του ένα πανί).Από την κούραση της ημέρας ο ύπνος βάραινε γρήγορα τα βλέφαρά μας και σε λίγο ο Μορφέας μας έπαιρνε στην αγκαλιά του. Α..τι βαθύς και ωραίος ύπνος ήταν αυτός!!!Τον νοσταλγώ ακόμη και σήμερα, μέσα στα ωραία σπίτια, τις ακριβές κρεβατοκάμαρες και τα μαλακά και άνετα στρωματέξ. Ή μήπως νοσταλγώ κάτι άλλο? Μάλλον τα νιάτα που φεύγουν και δεν ξαναγυρνούν…
Δυο τρεις μέρες κρατούσε αυτό το «πανηγύρι». Κάπου κάπου, την ώρα της δουλειάς κόβαμε στη μέση τα πιο διαλεχτά (χοντρά) χαρούπια. Αν στην κοπή υπήρχε λίγο μέλι, τα δαγκώναμε και τα τρώγαμε. Ήταν οι σοκολάτες μας! Προσέχαμε όμως μη δαγκώσουμε τα σπόρια, κάτι σκούρα καφέ σαν τη μεγάλη φακή αλλά πολύ σκληρά .Κινδύνευες να σπάσεις τα δόντια σου. Ήταν οι γνωστές σε μας «κουκουμυλήθρες». Μαζί με τα φύλλα και το φλοιό της χαρουπιάς χρησίμευαν στη βυρσοδεψία(επεξεργασία δερμάτων).Το βάρος αυτού του σπόρου ορίστηκε ως η πιο μικρή μονάδα μέτρησης για το χρυσό και τους πολύτιμους λίθους. Με καράτια μετρούνται σήμερα ο χρυσός και τα πολύτιμα μέταλλα ,από τη λέξη κ ε ρ ά τ ι ο ν(Η χαρουπιά λέγεται και ξυλοκερατιά. Θυμηθείτε τα ξυλοκέρατα, με τα οποία ετρέφετο ο Άσωτος της Παραβολής).Κάποια ποσότητα από τα διαλεχτά χαρούπια συγκεντρώναμε σε χωριστό τσουβάλι. Τα παίρναμε στο χωριό και τα φουρνίζαμε. Ήταν για μας λιχουδιά! Άλλη ποσότητα αποθηκεύαμε για τα ζώα, γαϊδούρια και κυρίως για τους χοίρους ,που τότε εκτρέφαμε πολλούς. Κι άλλα χρόνια θυμάμαι περίπου τα ίδια. Μικρές διαφορές, ασήμαντες παραλλαγές, στο έργο της ζωής μας στον έρημο, τότε, Γούδουρα.
Τον τελευταίο καιρό, σε άλλες περιοχές, κάποιοι πρωτοπόροι καλλιεργητές, ανήσυχα πνεύματα, πειραματίζονται σε « νέες» καλλιέργειες. Φυτεύουν χαρουπιές, τις καλλιεργούν και παράγουν προϊόντα από το χαρούπι, όπως χαρουπάλευρο, χαρουπόμελο κ.ά., τα οποία προωθούν στην αγορά ως βιολογικά και ωφέλιμα για τον άνθρωπο. 
Σήμερα, σε αντίθεση με τότε, ο Γούδουρας σφύζει από ζωή. Έχει περάσει πολλά χρόνια με οικονομική άνθιση και πρόοδο, χάρις στην εργατικότητα και τον ιδρώτα ανθρώπων, κυρίως από το χωριό μας, αλλά και από τα γύρω χωριά, που μετοίκησαν εκεί για μια καλύτερη ζωή. Σημαντικό ρόλο στην ανάπτυξη της περιοχής αυτής έπαιξε και η διάνοιξη του δρόμου Γούδουρας-Άγιοι Σαράντα-Αδιάβατος-Μονή Καψά, για την οποία πρωτοστάτησε ο αείμνηστος πατέρας μου Εμμανουήλ Αυγουστινάκης, ως πρόεδρος της, τότε, Κοινότητας Απιδίων.
Θερμοκήπια με πρώιμα κηπευτικά, λιόφυτα με χιλιάδες δέντρα προσφέρουν καλό εισόδημα στους καλλιεργητές τους. Χτίστηκαν ωραίες οικοδομές, έχει Σχολείο και Νηπιαγωγείο, μαγαζιά, ακόμη και ενοικιαζόμενα διαμερίσματα για διακοπές. Πολλοί, που επιθυμούν την ήρεμη ζωή, το μπάνιο σε αγνές και όμορφες παραλίες ,το ψάρεμα με ψαροτούφεκο, επισκέπτονται την περιοχή και ενθουσιάζονται. 
Πολλοί από τους νεώτερους γνωρίζουν το Γούδουρα, όπως είναι σήμερα. Ελπίζω με όσα έγραψα παραπάνω να τράβηξα λίγο την κουρτίνα, για να δουν πίσω απ’ αυτή το παρελθόν και να γνωρίσουν λίγα για την περιοχή αυτή την εποχή των γονέων και των παππούδων τους.-

ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΕΜΜ. ΑΥΓΟΥΣΤΙΝΑΚΗΣ
Παρακολουθήστε ζωντανά τις συνεδριάσεις του δημοτικού συμβουλίου Δ. Σητείας

ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΑΡΘΡΩΝ

To Αεροδρόμιο Σητείας στο facebook ............. Πωλούνται στην Σητεία στο facebook .............

Ο ΜΥΘΟΣ ΤΗΣ ΚΑΡΔΙΑΣ ΤΗΣ ΣΗΤΕΙΑΣ

ΑΓΚΑΛΙΑΖΟΝΤΑΣ ΤΗΝ ΣΗΤΕΙΑ

............. .............