Τρίτη, 15 Μαΐου 2018

Αποσπάσματα απο το βιβλίο ( Από τη Κρήτη στο Augsburg ) - του Παναγιώτη Μουτσάκη

Λάστρος ( Β´ μέρος )
Κοντοστάθηκα εμπρός στη ταμπέλα στην είσοδο του χωριού. Πάνω της καθόταν ένας κοντολαίμης ασκορδαλός.Άρχισε σιγά σιγά να σαλεύει, ανατρίχιασε, τρούλωσαν οι κόρφοι του, ένα ζεστό αεράκι σηκώθηκε από το νότο και ολομεμιάς φούσκωσαν τα φτερά του σαν τα πανιά του καραβιού και χάθηκε στον ουρανό. Τον ζήλεψα. Πως μπορεί με ένα τίναγμα ν´αφήνει πίσω του όλα τα "βάρη" και πως οι άνθρωποι να έχουν τέτοια φτερά στη ψυχή τους, μεγαλύτερα από όλων των πουλιών και να είναι σχεδόν πάντα τυλιγμένα. Και με κλειστά φτερά να προσπαθούν να πιάσουν τα μεγάλα φαντάσματα..

Μα με φάντασμα έμοιαζε και τούτο το μικρό χωριό, η πληροφορία ότι θα ψάξουμε τα σπίτια του χωριού είχε κάνει τους κατοίκους να κλειστούν στα σπίτια τους, άλλοι να φύγουν, τα παιδιά να εγκαταλείψουν το παιχνίδι στην πλατεία τους. Ξεκινήσαμε με τον Roberto να βρούμε το σπίτι με το ραδιόφωνο. Ξέραμε ότι το φυλάει μια οικογένοια με 4 παιδιά. Γυρνώντας γρήγορα γρήγορα είχαμε καταλήξει σε δύο οικογένειες. Πλησιάσαμε στο πρώτο σπίτι. Μπήκαμε μέσα, οι κουβέντες λιγοστές ο έλεγχος λεπτομερής - τίποτα ακόμα - σταθήκαμε στο τελευταίο . Μια κοντή μπλέ πόρτα, σιδερένια βαμμένη στο μπλέ του Κρητικού ουρανού κι αυτή και ένα μικρό συρτάκι να την κρατάει κλειστή. Στη μέσα αυλή μια γιαγιά με ατάραχη αιώνια ματιά, σαν να μην αντιλαμβανόταν τη παρουσία μας, καθάριζε άγρια σπαράγγια σκυφτή και περήφανη. 

Προχώρησα μέσα στο στενό δίχωρο σπιτάκι, τα τέσσερα παιδιά της οικογενείας κοντοκουρεμένα και σιωπηλά μας κοίταζαν στα μάτια. Ο Roberto συνέχισε το ψάξιμο μέσα σε πιθανές κρυψώνες . Τέλος έμεινε η κουζίνα στην οποία ήμουν πιο κοντά. Πάνω στη παραστιά μια κατσαρόλα με αβρωνιές που χοχλάκιζαν και μόνες του έπρεπε να χορτάσουν όλη την οικογένεια. 
Άφησα το καπάκι μισάνοιχτο και προχώρησα στην δίπλα κατσαρόλα. Σήκωσα και το διπλανό καπάκι και μέσα στη κατσαρόλα πρόβαλε ένα μαύρο κουτί με κίτρινες γρίλιες και στρογγυλά κουμπιά. Ήταν το ραδιόφωνο που έψαχνε όλος ο 3ος Ιταλικός λόχος στα ημιορεινά Λασιθιώτικα χωριά και που η κατοχή του και μόνο επισύρει τα μέγιστα δεινά.

- Τι έχει εκεί ; 

Με ρώτησε ο Roberto. 
- Σπαράγγια Roberto, σπαράγγια. 
- Τα Τρώς ; 



- Τα έφτιαχνα στο Monteriggioni με αυγά, είπε και χαμογέλασε, όπως χαμογελάει ο κάθε άνθρωπος όταν μιλάει για κάτι που αγαπάει. Και όση ώρα κράτησε το χαμόγελο του εγώ σφράγισα το καπάκι της κατσαρόλας και τον πήρα και βγήκαμε έξω. Άδικος κόπος του είπα . Πάμε να φύγουμε. Στην έξοδο από την αυλή η γιαγιά μας φίλεψε ένα μικρό δεμάτι από τα καθαρισμένα πλέον σπαράγγια της - λες και το κατάλαβε - ότι δε μίλησα και ήθελε να με ευχαριστήσει. Και δεν ήξερα με τι να πρωτοχαρώ . Με τον ευατό μου που έσωσα μια οικογένεια και ένα ολόκληρο χωριό από τη καταστροφή; 
Με τη γιαγιά που φεύγοντας φίλεψε ακόμα και "τον εχθρό" της με μια μαγεριά φαί ; 
Ανέβαινα τη σκάλα στο καμιόνι για να γυρίσουμε πίσω στο επιταγμένο σπίτι - φρουραρχείο- και νομίζω ότι πιο πολύ χάρηκα με τον Ασκορδαλό. Που πέταξε κατά εκεί που αγαπά με μια κίνηση, γιατί όταν αγαπάς θαρρώ με μια και μόνο κίνηση το αδύνατο γίνεται δυνατό. 
Ο Valerio είχε ήδη λύσει τα παλαιά ταμπούρα του ημιφορτηγού και αυτό κύλησε στο κατηφορικό δρόμο του όρους Καψά. Πέταξα και γω σαν τον ασκορδαλό εκείνη τη μέρα. Φούσκωσαν τα φτερά μου σαν τα πανιά του καραβιού χάθηκα στον ουρανό...

Αποσπάσματα από το βιβλίο μου :

<<Από τη Κρήτη στο Augsburg>>
Παναγιώτης Μουτσάκης
Παρακολουθήστε ζωντανά τις συνεδριάσεις του δημοτικού συμβουλίου Δ. Σητείας

ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΑΡΘΡΩΝ


embed google map embedgooglemap.net
To Αεροδρόμιο Σητείας στο facebook ............. Πωλούνται στην Σητεία στο facebook .............

Ο ΜΥΘΟΣ ΤΗΣ ΚΑΡΔΙΑΣ ΤΗΣ ΣΗΤΕΙΑΣ

ΑΓΚΑΛΙΑΖΟΝΤΑΣ ΤΗΝ ΣΗΤΕΙΑ

............. .............