Παρασκευή, 20 Ιουλίου 2018

Το πανηγύρι του Προφήτη Ηλία άλλων εποχών στο χωριό Απίδια του δήμου Σητείας - Του Γεωργίου Αυγουστινάκη


Στο χωριό Απίδια Σητείας, πριν από πολλά χρόνια.





Στο κάτασπρο σαν περιστέρι, μικρό, γραφικό, εκκλησάκι του Προφήτη Ηλία, που δέσποζε στην κορυφή του λόφου στην ανατολική πλευρά του μικρού οροπεδίου της Μοναστράς, στις 20 Ιουλίου, κάθε χρόνο, συνέρρεε πλήθος κόσμου από τους πέντε οικισμούς του χωριού μου αλλά και από τα γύρω χωριά, Αγία Τριάδα(Τσω), Αρμένους,Περβολάκια, Χαντρά και Ζήρο,Καλό Χωριό, Χαμαίτουλο. Ήταν το πρώτο πανηγύρι του καλοκαιριού και οι κάτοικοι της περιοχής το προτιμούσαν ιδιαίτερα.

Το θέαμα να βλέπεις από ψηλά πεζούς και καβαλάρηδες, κομβόι ολόκληρο, να ακολουθούν τα μονοπάτια, που οδηγούσαν στη χάρη του, ήταν υπέροχο! Πολύχρωμες πατανίες και χιράμια, υφαντά στο αργαστήρι(αργαλειό) από τεχνίτρες ανυφαντούδες, στόλιζαν τα σαμάρια των ζώων. Φάνταζαν ξεχωριστές, όμορφες πινελιές, στον πίνακα που απλωνόταν μπροστά μας .
Μετά το πέρας της λειτουργίας και το μοίρασμα των άρτων, παίρναμε όλοι το δρόμο της επιστροφής. Οι περισσότεροι περνούσαν από τα υπαίθρια, πρόχειρα, καφενεδάκια, που κάποιοι χωριανοί είχαν στήσει σε σώχωρα, λίγο έξω από τον οικισμό Δρογγάρι, για να απολαύσουν το ζεστό, φρέσκο γάλα, που υπήρχε, τότε, σε υπερεπάρκεια από τα χιλιάδες εκτρεφόμενα αιγοπρόβατα.





Οι ξενοχωριανοί πανηγυριώτες, όσοι δεν έφευγαν για τα χωριά τους, φιλοξενούνταν σε σπίτια συγγενών και φίλων. Το αίσθημα της φιλοξενίας, παρά τη φτώχεια, ήταν πολύ αναπτυγμένο, όπως και το φιλότιμο των ανθρώπων της εποχής. Περνούσαν μαζί τους όλη την ημέρα. Φαγητό, πιοτό, παρέες και καλή διάθεση, ήταν το χαρακτηριστικό γνώρισμα αυτής της φιλοξενίας. Παρέες από σπίτι σε σπίτι, όπου οι νοικοκυραίοι πρόσφεραν απλόχερα ό,τι πιο διαλεκτό είχαν, για να φιλέψουν και να κεράσουν τους επισκέπτες τους. Σε κάποιες παρέες είχαν λυροντάουλα ή βιολιά με κιθάρες. Ο καταγόμενος από το Έξω Απίδι Μαθιός Γαρεφαλάκης, με τη λύρα του και το δοξάρι με τα γερακοκούδουνα και το νταούλι, ήταν κάθε χρόνο αυτή την ημέρα περιζήτητος, κυρίως,στις «γεροντοπαρέες».
Το βράδυ στο καφενείο του Μανώλη Χρυσουλάκη, παλαιότερα, ή στου Σπύρο Κουφάκη, αργότερα, άρχιζε το ολονύχτιο γλέντι. Η συμμετοχή πολύ μεγάλη. Όσο βράδιαζε έφταναν κι άλλοι από τα κοντινά χωριά. Το γλέντι πάντα ξεκινούσε με Σητειακό πηδηχτό. Αξιόλογοι, αυτοδίδακτοι χορευτές και χορεύτριες έσερναν το χορό.
Κινήσεις ανάλαφρες, αέρινες,ευκινησία αξιοθαύμαστη, φιγούρες, τσαλίμια και «μπατσελιές» στο παπούτσι ή στο στιβάνι, έδιναν ιδιαίτερο χρώμα και ομορφιά στους κρητικούς χορούς.
Χαιρόσουν να βλέπεις τα νιάτα αλλά και ηλικιωμένους ακόμη να χορεύουν. Χωρίς χοροδιδασκαλεία και χοροδιδάσκαλους εκείνη την εποχή. Πού τέτοια πολυτέλεια!
Τα μαθήματα οι ντεληκανήδες και οι κοπελιές τα έπαιρναν σε σπίτια φίλων και συγγενών. Εκεί οι πιο δεξιοτέχνες χορευτές και χορεύτριες μυούσαν τους νεώτερους στην ορχηστική τέχνη. Το γλέντι συνεχιζότανε με συρτά, χανιώτικο και καλαματιανό. Μερικές φορές οι πιο καλοί χορευτές εντυπωσίαζαν και στον πεντοζάλη.
Ο βιολάτορας με τον κιθαριστή στη μέση του καφενείου, καθισμένοι σε καρέκλες αντικριστά. Όποιος ήθελε να χορέψει στην «ομπρός μερά», διάλεγε ντάμα του μια κοπελιά, καλή χορεύτρια, και σταματούσε στο κέντρο, κοντά στους οργανοπαίχτες. Άρχιζαν το χορό τους, όταν ο μπροστάρης τους έτεινε το χέρι, για να πιάσουν. Στο χορό έπιαναν πολλοί. Όσοι ήσαν πιο πίσω στη σειρά, δε χόρευαν τόσο ζωηρά όσο οι πρώτοι. Κρατούσαν, φαίνεται, δυνάμεις για τη δική τους «ομπρός μερά». Στο τέλος της σειράς των χορευτών ήταν η «κουντούρα». Εκεί έπιαναν όχι και τόσο καλοί χορευτές. Από τις θέσεις της κουντούρας όμως μαντινιαδολόγοι καλοί τραγουδούσαν τις μαντινιάδες τους. Άλλοι απαντούσαν πάλι με μαντινιάδες. Ήταν μια ιδιότυπη μονομαχία! Πολλές φορές τραγουδούσαν και μαντινιάδες περιπαιχτικές. Με παρόμοιο τρόπο άλλοι απαντούσαν. Αυτοσχέδιες μαντινιάδες της στιγμής.

 Ήταν να θαυμάζεις τη στιχουργική δεινότητα απλών ανθρώπων.

Μα στην ομπρός μερά κρατεί, χορεύγει μα χορεύγει,
τη γη όπου τήνε πατεί, δεν τήνε κοροϊδεύγει.
Μα στην ομπρός μερά κρατεί ο λύχνος με το φτύλι
και σύρνει κι από πίσω ντου το ξεπασουλιστήρι.




Όσοι χόρευαν «ομπρός μερά» (μπροστά), έβαναν μπαξίσι στους οργανοπαίχτες. Φτωχικά τα χρόνια εκείνα, φτωχικό και το μπαξίσι. Πιο πολλές φορές κέρματα, που έριχναν μέσα στην κιθάρα, σπάνια χαρτονόμισμα στα πόδια του βιολάτορα. Το ίδιο έκαναν και οι καβαλιέροι στους ευρωπαϊκούς χορούς. Έτσι το πρωί, στο τέλος του γλεντιού, οι οργανοπαίχτες άδειαζαν τα κέρματα από την κιθάρα. Μαζί με τα τυχόν χαρτονομίσματα ήταν η μικρή, φτωχική, αμοιβή τους, όπως και η εποχή, για το ολονύχτιο γλέντι!
Ενδιάμεσα, μετά τους κρητικούς χορούς, οι οργανοπαίχτες έπαιζαν τους λεγόμενους ευρωπαϊκούς χορούς (ταγκό,βάλς,φοξ, φοξ τροξ).Αυτοί οι χοροί κάλυπταν ένα μεγάλο μέρος του γλεντιού. Ήταν οι χοροί που περίμεναν οι ντελικανήδες. Ευκαιρία να αγκαλιάσουν, διακριτικά βέβαια, την κοπελιά για την οποία η καρδιά τους ιδιαίτερα χτυπούσε. Δεν ήταν αρκετό το απλό σφίξιμο του χεριού στους Κρητικούς χορούς. Ίσως, μάλιστα, για τους πιο τολμηρούς σπουδαία ευκαιρία να σιγοψιθυρίσουν λόγια αγάπης, να νοιώσουν ακόμη και τους γρήγορους χτύπους της καρδιάς της. Όμως όλα με σεβασμό και προσοχή μην εκθέσουν την κοπέλα. Πολλά βλέμματα ήταν στραμμένα πάνω στους χορευτές. Γύρω γύρω στο καφενείο, καθισμένες σε καρέκλες, μητέρες και γιαγιάδες δεν άφηναν από τα μάτια τους τις κόρες και εγγονές τους. Καμάρωναν για την ομορφιά τους και για τη χορευτική τους ικανότητα. Χαίρονταν, όταν έβλεπαν να προτιμούνται στο χορό οι κοπελιές τους, αλλά γνώριζαν επίσης πολύ καλά πόσο εύκολο ήταν, από φθόνο και ζήλεια, κάποιοι καλοθελητές να τους βγάλουν το όνομα. Γι αυτό οι κοπελιές, για την εποχή εκείνη, έπρεπε να είναι αλλά και να φαίνονται σεμνές. 
Βιολάτορες στο πανηγύρι του Προφήτη Ηλία θυμούμαι: Το Μανώλη Ζαφειράκη, (Ζαφείρη),δεξιοτέχνη βιολιστή, με τον οποίο πολλές παρέες και χορούς, σε πανηγύρια ή εντελώς τυχαία, είχαμε κάνει μαζί, τον Κωστή Τσετσελάκη (κάποιες φορές), το Γεώργιο Χαρκιολάκη (Καμνιός το παρατσούκλι του) από το μικρό χωριό Χαμαίτουλο, και το Νικόλαο Ανδρουλιδάκη από τους Αρμένους. Ο τελευταίος ήταν γνωστός ως «ο τυφλός». Ήταν πραγματικά τυφλός αλλά μας έκανε εντύπωση που μπορούσε να διακρίνει τα χαρτονομίσματα με την αφή. Επίσης έλεγαν ότι είχε τόσο πολύ αποκτήσει την αίσθηση του χώρου, ώστε μπορούσε να πηγαίνει μόνος του από το σπίτι του στον κήπο κι ακόμη να δένει τον ανεμόμυλο. Ήταν εξαίρετος βιολάτορας, πιο πολύ στα ευρωπαϊκά (ταγκό,βάλς κλπ.).Το παίξιμό του στα ταγκό συνόδευε με τραγούδι. Με ιδιαίτερα όμορφη και δυνατή φωνή τραγουδούσε τραγούδια της εποχής, σήμερα αλησμόνητα σε μας τους πιο παλιούς: του Νίκου Γούναρη, του Τώνη Μαρούδα, του Φώτη Πολυμέρη κ.άλλων σπουδαίων τραγουδιστών.Είχε παντρευτεί από το Έξω Απίδι, την κόρη του Χατζή (Ιωάννη Γιακουμάκη). Ως Απιδιανός, λοιπόν, γαμπρός ήταν σχεδόν κάθε χρόνο στο πανηγύρι.
Τις μικρές ώρες, όπως λένε, έφτανε στο γλέντι, μερικές φορές, η «γεροντοπαρέα». Είχαν μέχρι τότε καταναλώσει το ανάλογο για την περίσταση κρασί. Ήταν η ώρα για το δικό τους χορό. Εκτός από το συνηθισμένο Στειακό πηδηχτό, κάποιοι χωριανοί, με στοιχεία κωμικά και χιουμοριστικά, χόρευαν ιδιαίτερους, παράξενους χορούς. Τον 
«Τρίντση» και το «Πώς το τρίβουν το πιπέρι..» Ειδικά στο δεύτερο χορό, ο χορευτής έκανε κινήσεις του σώματος και χειρονομίες, που προξενούσαν το γέλιο.



 Μια ακόμη ευχάριστη πινελιά στο ολονύχτιο γλέντι.

«Πώς το τρι- πώς το τρίβουν το πιπέρι
του διαό- του διαόλου οι καλογέροι.
Με το πό- με το πόδι τους το τρίβουν
και το ψιλο- και το ψιλοκοπανίζουν.
Με το χέ- με το χέρι τους το τρίβουν
και το ψιλο- και το ψιλοκοπανίζουν.
Με το γό- με το γόνατο το τρίβουν
και το ψιλο- και το ψιλοκοπανίζουν.
Με τη μύ- με τη μύτη τους το τρίβουν
και το ψιλο- και το ψιλοκοπανίζουν.
Με τον κώ- με τον κώ@ τους το τρίβουν 
και το ψιλο- και το ψιλοκοπανίζουν».

Το τραγούδι και ο σχετικός χορός μπορούσε να συνεχιστεί, προσθέτοντας και άλλα μέλη του σώματος… Ο «χορευτής» έδιδε πραγματική παράσταση γέλιου!
Ο άλλος χορός, του «Τρίντση», συνδέεται με ένα τραγικό περιστατικό. Κάποιος κάτοικος γειτονικού μας χωριού (Περβολάκια) έχασε το μονάκριβο γυιο του, τον Ανέστη, κατά τη Μικρασιατική εκστρατεία, στη μάχη του Εσκί Σεχίρ. Ο θάνατος του αγαπημένου του παιδιού του προξένησε νευρικό κλονισμό. Άρχισε να ζητά τη λησμονιά στο πιοτό, κρασί και ρακή. Σπάνια ήταν ξεμέθυστος. Γύριζε στα χωριά της περιοχής. Στους Αρμένους ζούσε ένα δωδεκανήσιος καλός βιολιστής. Του έπαιζε βιολί και ο «Τρίντσης» σήκωνε ψηλά τα χέρια και χόρευε τον ιδιόρρυθμο χορό του. 

Συγχρόνως τραγουδούσε:

Παιδί μου, Ρηνιώ μου,
σκοτώθηκε ο Ανέστης μου το όμορφο παλικάρι
και τον καημό, που του ‘πηρα, άλλος να μην τον πάρει.
Ώφου,ώφου, ώφου, παίζε, Γιωργιό μου ,παίζε
και τουτηνιά μου παίζε και τουτηνιά μου πάει
κι έχασα τον Ανέστη μου το πρώτο παλικάρι!

Του είχαν δώσει το παρατσούκλι αυτό, γιατί κάποτε, μια πολύ κρύα ημέρα του χειμώνα, βρέθηκε στο χωριό Λιθίνες. Στο καφενείο, που βρέθηκε, παράγγειλε ένα «τρίντσι-πόντσι». Στη σαστιμάρα του κεφετζή εξήγησε: «βάλε στο τζισβέ ρακή, μια κουταλιά της σούπας μέλι και μισό κουταλάκι γλυκού πιπέρι. Ζέστανέ τα και φέρε μου το. Αυτό ήταν! Από εκεί και πέρα δεν τον έβρισκες παρά μόνο με τα παρατσούκλι «Τρίντσης».
Κάποιοι τον μιμούνταν στο χορό και τις κινήσεις των χεριών του, συνοδεία της λυπητερής μουσικής του βιολιού. Αυτό ο χορός ,βέβαια, ήταν σπάνιος σε ώρες που η επήρεια του πιοτού δεν άφηνε τη λογική και το συναίσθημα να λειτουργεί σωστά.
Στις 20 Ιουλίου φέτος και πάλι το εκκλησάκι του Προφήτη Ηλία θα δεχτεί, ίσως, πολλούς προσκυνητές. Θα στηθούν άραγε υπαίθρια καφενεία στα σώχωρα του οικισμού Δρογγάρι; Τα σπίτια του τα περισσότερα ερειπωμένα, κανείς πια εδώ και χρόνια δε διαμένει σ’ αυτόν. Την ίδια τύχη έχουν άλλοι δυο οικισμοί του χωριού, τα Τσιπά και ο Καλός Λάκκος. Φοβούμαι ότι σε μερικά χρόνια θα ακολουθήσουν και οι άλλοι δυο. Γλέντια πια, για το πανηγύρι, δε γίνονται. Είναι πάρα πολλά χρόνια που σταμάτησαν τα γλέντια αυτά. Τα καφενεία του Μανώλη Χρυσουλάκη ,Σπύρο Κουφάκη και Λευτέρη Κουφάκη ερειπωμένα ή μόνιμα, ερμητικά, κλειστά. Δεν ακούγονται πια οι ήχοι της κρητικής μουσικής από τα γλέντια και τις διασκεδάσεις. Παντού ερημιά και σιωπή. Ο χρόνος ο πανδαμάτωρ και αδυσώπητος και η εγκατάλειψη, έχουν αφήσει τα σημάδια τους. Η καρδιά μου σφίγγεται καθώς αναπολώ τις παλιές όμορφες εποχές στο χωριό μου.
Όμως μια αχτίδα ελπίδας φαίνεται. Από ότι πληροφορήθηκα ο Πολιτιστικός Σύλλογος του Γούδουρα (παραθαλάσσιου οικισμού του χωριού μας) αποφάσισε να αναβιώσει το γλέντι στο πανηγύρι του Προφήτη Ηλία πέρυσι το καλοκαίρι. Η εκδήλωση, με συνοδεία κρητικής μουσικής, πραγματοποιήθηκε στο Έξω Απίδι στο δρόμο μπροστά από τα κλειστά πια καφενεία, όπου γίνονταν παλιά οι χοροί. Από ό,τι έμαθα είχε επιτυχία. Ήταν μια καλή αρχή. Αξίζει κάθε έπαινος σ’ αυτούς που πήραν αυτή την απόφαση και σ’ όσους εργάστηκαν για την υλοποίησή της. Μακάρι να είχε συνέχεια, όμως καταλαβαίνω ότι οι καιροί είναι δύσκολοι για τέτοιες εκδηλώσεις! 
ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΕΜΜ. ΑΥΓΟΥΣΤΙΝΑΚΗΣ
συνταξιούχος δάσκαλος
Παρακολουθήστε ζωντανά τις συνεδριάσεις του δημοτικού συμβουλίου Δ. Σητείας

ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΑΡΘΡΩΝ


embed google map embedgooglemap.net
To Αεροδρόμιο Σητείας στο facebook ............. Πωλούνται στην Σητεία στο facebook .............

Ο ΜΥΘΟΣ ΤΗΣ ΚΑΡΔΙΑΣ ΤΗΣ ΣΗΤΕΙΑΣ

ΑΓΚΑΛΙΑΖΟΝΤΑΣ ΤΗΝ ΣΗΤΕΙΑ

............. .............