Κυριακή, 14 Οκτωβρίου 2018

Επαγγέλματα που χάθηκαν στο γρανάζι του χρόνου

Τα παραδοσιακά επαγγέλματα αντανακλούν τις ιδιαίτερες κοινωνικές και οικονομικές συνθήκες που διαμορφώθηκαν σε ένα ιστορικό πλαίσιο συνεχών και κομβικών αλλαγών, από το 19ο στον 20ό αιώνα στα χωριά μας. Μέσα στις τρομακτικές αλλαγές που έγιναν στον κόσμο και μέσα στους άπιαστους ρυθμούς της εποχής μας-που τρέχει για να φτάσει πού; ορισμένες οικείες μορφές και φωνές που μοιράζονταν τη ζωή μαζί μας εξαφανίστηκαν. Μικροεπαγγελματίες, δουλευτάδες, πωλητές που πλανιόνταν στις γειτονιές διαλαλώντας το εμπόρευμά τους χάθηκαν ανεπιστρεπτί. Και μπορεί η επινοητικότητα του ανθρώπου να αντικατέστησε την «παροχή υπηρεσιών» τους με κάτι άλλο, πιο σύγχρονο, δεν μπόρεσε όμως να αντικαταστήσει την επαφή μαζί τους, την ανθρώπινη ζεστασιά.

Αυτοί οι μεροκαματιάρηδες, που δούλευαν στο εργαστήρι του χρόνου φέρνοντας έξω από την πόρτα μας αγαθά με ένα μόνιμο χαμόγελο και με τις χαρακτηριστικές τους φωνές, παραμένουν γραφικοί και ανεπανάληπτοι στη μνήμη μας. Τότε που τα αγαθά ήταν λιγοστά και τα περισσότερα αντικείμενα έπρεπε να επισκευάζονται και να ξαναχρησιμοποιούνται, υπήρχε μια εντελώς διαφορετική οικονομία και λογική στη χρήση αυτή.



Ο γανωματής επιδιόρθωνε τα σκουριασμένα μαχαιροπίρουνα και τους πάτους των καζανιών, ο καρεκλάς τις ψάθινες καρέκλες, κι ο τσαγκάρης το μοναδικό ζευγάρι παπουτσιών, υπό τις απειλές και τις φοβέρες της μητέρας στο παλιόπαιδο που το είχε ξεπαστρέψει κλωτσώντας τενεκεδάκια κι άλλες αυτοσχέδιες μπάλες στις αλάνες. Τότε όλα ήταν αλλιώς. Υπήρχε αγάπη, όχι μόνο για το κάθε αντικείμενο, που αποτελούσε πολύτιμο απόκτημα για τον κάτοχό του, αλλά και για την ίδια την εργασία. Δεν ήταν ντροπή να είσαι αμαξάς.

Κι ήθελε μπόλικη τέχνη και δεξιότητα, για να είσαι ο καλύτερος από τους λούστρους, ο τελειότερος, μες στο σινάφι. Κοινό σημείο, των τεχνιτών και των μαστόρων, μένει το καύχημα του χειροποίητου, η τρυφερότητα του χειρισμού της πρώτης ύλης, η άφθονη υπομονή, οι ατελείωτες εργατοώρες και η διαρκής επίγνωση του αξίζει τον κόπο, για κάτι, σήμερα, ανεπιστρεπτί χαμένο, για κάτι που έδωσε τη θέση του στο δεν αξίζει.


Αγωγιάτης: Οι "αγωγιάτες", είναι επάγγελμα που συναντάμε προπολεμικά στα χωριά μας. Λόγω των μεγάλων αποστάσεων μεταξύ των οικισμών, η μετακίνηση των ανθρώπων και η διακίνηση των προϊόντων με τα ζώα ήταν ο κυρίαρχος τρόπος μεταφοράς μέχρι τη δεκαετία του 1930. Είναι οι "πρόδρομοι" των ταξιτζήδων αυτοκινητιστών. Πραγματοποιούσαν επί πληρωμή ιδιωτικές μεταφορές εμπορευμάτων, διακινούσαν ταξιδιώτες, ιδιώτες, γιατρούς για επίσκεψη σε ασθενείς, κρατικούς λειτουργούς για την εκτέλεση υπηρεσίας. Κι αυτό μέχρι τη δεκαετία του '30, που δεν υπήρχαν μεταφορικά μέσα, ενώ η έλλειψη δρόμων εμπόδιζε τις μεγάλες μετακινήσεις Η αμοιβή του "αγωγιάτη" ήταν σχετικά καλή για κείνα τα χρόνια, όμως η δουλειά ήταν δύσκολη και εξαντλητική.


Αλετράς: Κατασκεύαζε ξύλινα ή σιδερένια άροτρα για το όργωμα των χωραφιών.


Πεταλωτής: Τα πέταλα ήταν κάτι σαν σιδερένια παπούτσια που τοποθετούσαν στις οπλές των αλόγων, για να μη φθαρούν και για να διατηρούν τα ζώα την ευστάθειά τους κατά τις μεταφορές, ώστε να μην γλιστράνε. (Εξάλλου, μέχρι τη δεκαετία του '60 όλες σχεδόν οιμετακινήσεις, εργασίες κλπ. γίνονταν με ζώα). Το πετάλωμα ή καλίγωμα, από τον αυτοδίδακτο πεταλωτή, γίνονταν κάθε τρεις ή έξι μήνες. Έδενε το ζώο και με την τανάλια έβγαζε τα παλιά πέταλα, έκοβε με το μαχαίρι το νύχι που περίσσευε και το καθάριζε. Ζέσταινε τα πέταλα και τα κάρφωνε προσέχοντας ώστε το καρφί να μπει στο ξερό μέρος του ποδιού για να μην πληγωθεί το ζώο.

Τα καρφιά αυτά είχαν μεγάλο κεφάλι έτσι ώστε να προεξέχουν από την πατούσα του ζώου και να μη γλιστράει. Τα πέταλα ήταν σε διάφορα μεγέθη και τα κατασκεύαζαν από σίδερο. Το πετάλωμα γινόταν και στα τέσσερα πόδια του ζώου. Τα πέταλα ήταν σιδερένια και κατασκευάζονταν χειροποίητα στο αμόνι, ενώ οι τεχνίτες που τα έφτιαχναν αναλάμβαναν ταυτόχρονα και το πετάλωμα των ζώων, που απαιτούσε μεγάλη εμπειρία και δεξιοτεχνία. Οι πεταλωτές συχνά ασκούσαν παράλληλα και το επάγγελμα του σιδερά, ενώ κάποιοι από αυτούς ήταν και πρακτικοί "κτηνίατροι" ή αναλάμβαναν και τον ευνουχισμό (μουνούχισμα) των ζώων.


Βαρελάς: Ήταν τεχνίτης, ειδικός στην κατασκευή βαρελόσχημων και σκαφοειδών σκευών, που τα κατασκεύαζαν από ξύλο βελανιδιάς, καρυδιάς, καστανιάς ή δρυός. Το ξύλο περνούσε από ειδική επεξεργασία και μετά το έκοβαν σε λεπτές σανίδες, που βρέχανε για να παίρνουν εύκολα την κατάλληλη κλίση. Κατόπιν περνούσαν τα σιδερένια στεφάνια, τα χτυπούσαν με το ματσακόνι για να σφίξουν καλά και μετά τοποθετούσαν τους δυο επίπεδους πυθμένες.


Γανωτής (Καλαντζής): Τα παλιά μπακιρένια οικιακά σκεύη (ταψιά, καζάνια, κουτάλια, πιρούνια κλπ.), με τον καιρό οξειδώνονταν και έπρεπε να γανωθούν, να περαστεί δηλαδή η επιφάνειά τους με ειδικό μέταλλο (καλάι - κασσίτερος). Έτσι προστατεύονταν από τα δηλητηριώδη οξείδια του χαλκού. Η διαδικασία αυτή παλιά γίνονταν από ειδικούς τεχνίτες, συνήθως γυρολόγους, τους γανωτήδες. Είχαν μαζί τους τα απαραίτητα εργαλεία και έκαναν τη δουλειά τους επί τόπου, ενώ παλιότερα η πληρωμή τους ήταν σε είδος (αυγά, καλαμπόκι, σιτάρι). Αφού καθάριζαν καλά τα σκεύη, άλειφαν το εσωτερικό τους με σπίρτο και το τρίβανε με κουρασάνι (=τριμμένο κεραμίδι). Μετά κράταγαν το σκεύος με την τσιμπίδα πάνω από τη φωτιά και έριχναν μέσα το νησιαντήρι (=χλωριούχο αμμώνιο), για να στρώσει καλύτερα το καλάι πάνω στο χάλκωμα. Αφού το σκούπιζαν καλά, άπλωναν το λιωμένο καλάι σ' όλη την επιφάνεια του σκεύους μ' ένα χοντρό βαμβακερό ύφασμα... Στο τέλος το σκούπιζαν με καθαρό βαμβάκι για να γυαλίσει.


Δερματέμπορας: Αγόραζε δέρματα (τομάρια) από σφαγμένα ζώα. Τα παραλάμβανε στο μαγαζί του ή πήγαινε ο ίδιος στα χωριά και τα μετέφερε. Στη συνέχεια τα καθάριζε, τα αλάτιζε με χοντρό αλάτι και μετά τα τέντωνε, τοποθετώντας ενδιάμεσα ξύλα, για να ξεραθούν και να μη σαπίσουν ή βρωμίσουν. Όταν συγκέντρωνε μια σημαντική ποσότητα τα πήγαινε στον έμπορα, ο οποίος τα προωθούσε στο εργοστάσιο επεξεργασίας δερμάτων, το βυρσοδεψείο. Από τα ακατέργαστα δέρματα, πολλά τα χρησιμοποιούσαν για μικρά χαλιά, άλλα τα έκαναν τσαρούχια (που αν ήταν από γουρούνια τα έλεγαν γουρνοτσάρουχα) ή παπούτσια, ενώ άλλα τα έκαναν τύμπανα κλπ.


Καρεκλάς: Με τη χρησιμοποίηση ξύλων από πλάτανο ή από άλλα δέντρα και με τη βοήθεια σχοινιών ή καλαμιών, ο καρεκλάς δημιουργούσε τις καρέκλες που ήταν δυο ειδών. Οι συνηθισμένες με κάθισμα και πλάτη πίσω και τα καρεκλάκια.


Σαμαράς (σαμαρτζής): Παλιότερα η μεταφορά ανθρώπων και προϊόντων γίνονταν σχεδόν αποκλειστικά με τα ζώα. Το γαϊδούρι και το μουλάρι ήταν τα πιο διαδεδομένα μέσα μεταφοράς. Ο σαμαράς κατασκεύαζε τον απαραίτητο εξοπλισμό που απαιτούνταν για να προσφέρει το ζώο τις υπηρεσίες του στο αφεντικό του. Αυτό ήταν το σαμάρι, που κατασκεύαζε με επεξεργασμένα σανίδια πλάτανου, που σκάλιζε και έδινε σχήμα ανάλογο με το σώμα του ζώου. Στις αγροτικές εργασίες και γενικότερα στις καθημερινές δραστηριότητες το σαμάρι των ζώων ήταν απλά, με ξύλινο σκελετό και εσωτερική επένδυση από δέρμα ή αρνόμαλλο.

 Έπαιρνε γι’ αυτό μέτρα από το ζώο και αφού έκανε το σκελετό κατασκεύαζε με σαμαροσκούτι ένα σάκο γεμάτο άχυρα που τοποθετούσε στο κάτω μέρος του σαμαριού για να μην πληγώνεται το φορεμένο ζώο. Το σαμάρι στερεώνονταν στην πλάτη του ζώου με λουρίδες από χοντρό και σκληρό δέρμα που έραβε με τη σαμαροβελόνα σ’ αυτό. Οι λουρίδες άρχιζαν από το σαμάρι πήγαιναν στην περιφέρεια του ζώου και έσμιγαν ξανά στην άλλη πλευρά του σαμαριού. Η κατοζώστρα ή σφίχτρα έζωνε το σαμάρι κάτω από την κοιλιά.

Παρακολουθήστε ζωντανά τις συνεδριάσεις του δημοτικού συμβουλίου Δ. Σητείας

ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΑΡΘΡΩΝ

To Αεροδρόμιο Σητείας στο facebook ............. Πωλούνται στην Σητεία στο facebook .............

Πρώτιστος το υπηρετείν

.............

Ο ΜΥΘΟΣ ΤΗΣ ΚΑΡΔΙΑΣ ΤΗΣ ΣΗΤΕΙΑΣ

ΑΓΚΑΛΙΑΖΟΝΤΑΣ ΤΗΝ ΣΗΤΕΙΑ

............. .............